- σιδηρίαση
- (Ιατρ.). Εναπόθεση σιδήρου ή χρωστικών που περιέχουν σίδηρο εντός των ιστών. Οι σημαντικότερες παθολογικές μορφές είναι η πνευμονική σ. και η αιμοσιδηρίαση. Η πρώτη συναντιέται σε άτομα που εκθέτονται για πολύ σε σιδηροφόρο κονιορτό, δημιουργεί λίγα ενοχλήματα και η πρόγνωση της είναι καλοήθης αν και ακτινολογικά διαπιστώνεται ευρεία προσβολή των πνευμόνων. Στην αιμοσιδηρίαση εναποθέτεται στους ιστούς αιμοσιδηρίνη, χρωστική αιμοσφαιρινικής προέλευσης που φυσιολογικά βρίσκεται σε μικρές ποσότητες στα όργανα καταστροφής των ερυθρών αιμοσφαιρίων. Μια διάχυτη αιμοσιδηρίαση μπορεί να συμβεί σε διάφορες περιπτώσεις, αλλά μερικές φορές παρουσιάζεται χωρίς να βρίσκεται η αιτία· η συγκέντρωση της χρωστικής στους ιστούς προκαλεί τη σκλήρυνση τους. Μια γενικευμένη αιμοσιδηρίαση αποτελεί το ανατομοπαθολογικό υπόστρωμα του χαλκόχρου διαβήτη, παθολογική κατάσταση που χαρακτηρίζεται από το μελαψό χρώμα του δέρματος και των βλεννογόνων από σακχαρώδη διαβήτη και από κίρρωση του ήπατος.
* * *η, Νιατρ. η σιδήρωση.
Dictionary of Greek. 2013.